break out



  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: break out, breakout

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
break out vi phrasal(escape)δραπετεύω ρ μ
 The prisoners broke out and managed to get past the guards.
break out of [sth] vi phrasal + prep(escape)αποδρώ από κτ, δραπετεύω από κτ ρ αμ + πρόθ
 (καθομιλουμένη)το σκάω από κτ έκφρ
 The prisoner broke out of jail by digging a tunnel.
 Ο κρατούμενος δραπέτευσε από τη φυλακή σκάβοντας ένα τούνελ.
break out vi phrasal(war, disease, chaos: begin)ξεσπάω, ξεσπώ ρ αμ
  αρχίζω ρ αμ
 The restaurant was calm until a thrown bottle caused a fight to break out.
 Το κλίμα στο εστιατόριο ήταν ήρεμο μέχρι που ξέσπασε καβγάς επειδή κάποιος πέταξε ένα μπουκάλι.
break out vi phrasal(develop spots on skin) (εγώ)βγάζω σπυράκια περίφρ
 (το πρόσωπό μου)γεμίζω σπυράκια περίφρ
 I ate too much sugar and now I'm breaking out. My face broke out right before my date with Steve!
 Έφαγα πάρα πολλή ζάχαρη και τώρα έβγαλα σπυράκια.
 Το πρόσωπό μου γέμισε σπυράκια ακριβώς πριν βγω ραντεβού με τον Στιβ!
break out vi phrasal(rash, etc.: develop on skin)βγαίνω ρ αμ
  εμφανίζομαι ρ αμ
 A rash broke out on Alice's face after she used the lotion.
break [sb] out,
break out [sb]
vtr phrasal sep
(set [sb] free)βοηθώ κπ να αποδράσει έκφρ
 One of the gang members was in jail, so the others broke him out.
 Ένα από τα μέλη της συμμορίας ήταν στη φυλακή οπότε οι υπόλοιποι τον βοήθησαν να αποδράσει.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
break [sth] out,
break out [sth]
vtr phrasal sep
US (divide into categories)χωρίζω ρ μ
  χωρίζω κτ σε κατηγορίες περίφρ
 The website breaks out gift ideas according to recipient and price range.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
breakout,
break-out
n
(escape from jail)απόδραση ουσ θηλ
 The breakout at the jail was captured on video.
 Η απόδραση από τη φυλακή καταγράφηκε από την κάμερα.
breakout,
break-out
adj
(successful) (επιτυχία)μεγάλος επίθ
 Her first breakout hit came in 2006.
 Το πρώτο μεγάλο χιτ της το έκανε το 2006.
breakout,
break-out
n
(disease: outbreak)έξαρση, ξέσπασμα ουσ ουδ
 (μεταφορικά)έκρηξη ουσ θηλ
 Authorities have reported a breakout of cholera in the area.
 Οι αρχές ανέφεραν έξαρση χολέρας στην περιοχή.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
break out in [sth] vtr phrasal insep(develop: a rash, spots) (σπυριά, εξάνθημα)βγάζω ρ μ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
break out | breakout
ΑγγλικάΕλληνικά
break out in a sweat v expr(begin to perspire)αρχίζω να ιδρώνω έκφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'break out' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση break out στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «break out».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!